ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

Από την εκτόξευση του πυραύλου, του καθηγητή κ.Παναγιώτη Σπύρου, στην Μαγούλα την 31-12-1958. Διακρίνονται:( όρθιοι από αριστερά) Ιωάννης Κόλλιας, Δήμος Χατζής, Νικόλαος Κόλλιας, Παναγιώτης Νικολίνας, Αναστάσιος Σπύρου,ο δημοσιογράφος της ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Θ. Δράκος, Ιωάννης Παύλου, Αναστάσιος Μακρής, Νικόλαος Νικολίνας, ο καθηγητής Παναγιώτης Σπύρου, Θεμιστοκλής, Κόλλιας Βασίλειος Βενιζέλος, Θεόφιλος Χατζής, Βασίλειος Πετρούλιας, Πανάγος Κόλλιας, Αθανάσιος Παύλου, Γρηγόριος Μάγγας,Μελέτιος Κατζέλης, Ιωάννης Δημητρίου, Νικόλαος Σπύρου, ( καθιστοί από αριστερά) Βασίλειος Πετρούλιας, Παναγιώτης Μάγγας, Χαράλαμπος Κιούσης, Κωνσταντίνος Κόλλιας , άγνωστος, Σεραφείμ Κόλλιας, Ανδρέας Μπλατσούκας, Παναγιώτης Κόλλιας , Γεώργιος Κόλλιας, Χαράλαμπος Μακρής. Χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος της ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ κ.Θ.Δράκος έγραψε στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της 1-1-1958 & 4-1-1959 : ΕΓΙΝΕΝ ΧΘΕΣ ΕΙΣ ΤΟ ΛΕΟΝΤΑΡΙ ΘΗΒΩΝ Η ΠΡΩΤΗ ΑΞΙΟΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΚΤΟΞΕΥΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΥΡΑΥΛΩΝ. Χθές την 10ην πρωινήν εις την θέσιν Μαγούλα, σε απόστασιν 3,5 χιλιομέτρων από το χωρίον Λεοντάριον των Θηβών, εγένετο δυο πειράματα εκτοξεύσεως πυραύλων υπό του καθηγητού της Φυσικής κ.Παν. Σπύρου……….συνεργείον από τους κ.κ. Παναγιώτη Κόλλια, Θεόφιλο Χατζήν, Μελέτιον Κατζέλην, Αναστάσιον Ζαφείρην, Ανδρέα Μπλατσούκαν, Βασίλειο Βενιζέλον, Σεραφείμ Κόλλια, Νικόλαο Σπύρου, Δήμο Χατζή και Ευάγγελο Σπύρου εβοήθησαν στην παρασκευήν του μίγματος και την γόμωσιν των δύο πυραύλων. Η παραμικρή απροσεξία θα μπορούσε να τους κάνει να τιναχθούν στον αέρα, μα τα κατάφεραν……..Οι δυο δοκιμές εκτοξεύσεως των δυο πυραύλων εσημείωσαν αρκετά ικανοποιητικήν επιτυχίαν. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τεύχος 01, 28-2-2006

Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε γράφει πίσω της « Χορός μετά της αρκούδας» και είναι τραβηγμένη γύρω στα 1967. Την αρκούδα που έφτασε στο χωριό «υποδέχεται» ο Γεώργιος Βρακάς με τον καφεπώλη Κωνσταντίνο Χρήστου, μπροστά από το καφενείο του οποίου δόθηκε η παράσταση. Ο περιφερόμενος αρκουδιάρης είναι κάτι που εξέλιπε αλλά θα μας συνοδεύει, σαν μια από τις τόσες γλυκές παιδικές αναμνήσεις που έχουμε από το χωριό μας. Διακρίνονται: Γ. Βρακάς, Κ. Παρασκευάς, Σ. Σπύρου, Β. Βουδούρης, Ι. Κιούσης, Β. Βυλλιώτης έχοντας στην αγκαλιά του τον μικρό αδελφό του Δημήτριο, Χ. Γρίλλιας, Δ. Χρήστου, Ι. Κόλλιας, Δ. Κόλλιας, Γ. Γεωργίου, Κ. Χρήστου, Α. Κιούσης με τον γιο του Γεώργιο. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τεύχος 02, 24-9-2006

Θεόφιλος Παύλου-Κλαρίνο, Χρίστος Κόλλιας-Σαντούρι και Κωνσταντίνος Νικολάου-Κιθάρα. Δεν έγιναν ποτέ μαρκίζα ενός πολύφωτου νυχτερινού κέντρου της εποχής μας, όχι γιατί δεν το άξιζαν αλλά γιατί ήταν πιο αγνοί από όσο έπρεπε ή γιατί ποτέ δεν το επιδίωξαν. Οι ήχοι όμως που σκορπούσε η ορχήστρα τους αντηχεί ακόμα στα αυτιά πολλών, που ντύθηκαν γαμπροί κάτω από τις νότες τους, που τους συνόδεψαν (νύφες και γαμπρούς) μέχρι την εκκλησία ή που τους διασκέδαζαν μέχρι πρωίας. Τότε που η χειροποίητη μουσική δεν ήταν πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα, ο τρεις οργανοπαίχτες από το μικρό αλλά όμορφο κασκαβελάκι, διασκέδαζαν αγόγγυστα και με φιλότιμο όποιον τους προσκαλούσε. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΝΑΔΡΙΟΝ, Τ 03- 30-01-2007

Η βρύση, ο παντζάς, οι βαρέλες που φορτώνονταν στα γαιδουράκια και μετέφεραν το νερό, αυτό το θείο δώρο, την πηγή της ζωής σε κάθε σπίτι , οι βουτσέλες που σκεπασμένες με κουρελούδες στο χωράφι διατηρούσαν το νερό γάργαρο και δροσερό, οι στάμνες που κλεισμένες με βασιλικό σε περίμεναν να σε ξεδιψάσουν στην εξώπορτα κάθε σπιτιού, αλλά και οι θρύλοι και οι παραδόσεις για νεράιδες και ξωτικά, που χόρευαν ανεμίζοντας τα μαντίλια τους, κάθε βράδυ στην βρύση μέχρι τα χαράματα, το καζάνι με το νερό να βράζει για το πλύσιμο των ρούχων, το κοπάνισμα των χοντρών, αλλά και έρωτες και πρώτα φιλιά εκεί κάτω στην βρύση, συναντήσεις, ανταμώματα για να πάρεις νερό αλλά με λίγες κουβέντες γιατί σε περίμενε ο έργος και πολλές προσωπικές ιστορίες, τόσα πολλά και να κλείνονται όλα, να χωράνε σε μια λέξη: ΧΑΡΜΑΤΙ Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τ 04, 29-05-2007

«Νε πανυρ», «τσι οβιν πανυρ», «παστανται γκα πανυρ», είναι οι πρώτες εκφράσεις που σου έρχονται στο νου όταν πέσουν στα χέρια σου τέτοιες φωτογραφίες. Το πανηγύρι ήταν ένα από τα κορυφαία γεγονότα στην ζωή του χωριού, έτσι πολλά γεγονότα καθοριζόντουσαν χρονικά από αυτό. Οι δεύτερες σκέψεις που σε πλημμυρίζουν είναι τα αντάμωμα των ανθρώπων, η χαρτούρα στα όργανα, τα κεράσματα, το γλέντι μέχρι πρωίας, το κέφι, η χαρά, ο ξέφρενος χορός, τα λικνίσματα αλλά και τα βλέμματα μεταξύ των νέων, που έλεγαν τόσα πολλά……… Κι ύστερα αφήνεις τα αυτιά σου να γεμίσουν από τα ακούσματα του πανηγυριού, το κλαρίνο του Κοκοντίνη, το βιολί του Κόρου, τη φωνή της Πυργάκη, του Σκαφίδα, του Τσαούση κ.α. Αν δεν ξημέρωνε δεν άδειαζε η πλατεία, δεν σταματούσαν τα όργανα, ήταν πολλές οι φορές που το γλέντι διέκοπτε η καμπάνα της εκκλησίας. Και έπειτα απόηχος του πανηγυριού, ήταν θέμα πολλών ημερών στις εργατιές και στα καφενεία, ακόμα και στα διπλανά χωριά, πολλές φορές μέχρι το επόμενο πανηγύρι. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τ 05, 17-09-2007

Γνωρίζοντας ότι φεύγουν για τον μέτωπο της Αλβανίας και ότι ίσως κάποιοι να μην ξαναγύριζαν, φωτογραφήθηκαν στο στρατόπεδο της Χαλκίδας, από όπου και ξεκίνησαν και έστειλαν την φωτογραφία στους δικούς τους, στο χωριό μας. Είναι όλοι τους Λεονταρίτες, νέα παιδιά, με όνειρα, άφησαν πίσω τους, τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, γυναίκες και παιδιά ή ίσως κάποια αγάπη, τα κλείδωσαν όλα στην καρδιά τους και με την ευχή της μάνας πορεύθηκαν. Εκεί στα χιονισμένα και αφιλόξενα βουνά της Πίνδου έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό, πολέμησαν σαν ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ για την πατρίδα. Για μας είναι όλοι τους ήρωες…… ΟΡΘΙΟΙ(από αριστερά): Παναγιώτης Πανταζής τ. Ευαγγέλου, Γεώργιος Κατσιπόδης τ. Κωνσταντίνου(σκοτώθηκε στο μέτωπο την 19-11-1940), Αλέξανδρος Γκιζιώτης τ. Σπυρίδωνα, Αντώνιος Κόλλιας τ. Κωνσταντίνου, Ιωάννης Κόλλια τ. Γεωργίου. ΚΑΘΙΣΤΟΙ(από αριστερά): Κωνσταντίνος Ζαφείρης τ. Λουκά, Κωνσταντίνος Γρίλλιας τ. Σπυρίδωνα, Χαράλαμπος Βεργιώτης τ. Νικολάου, Παντελής Κόλλιας τ. Κωνσταντίνου. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ. Τ 6, 2-12-2007

Εικόνες σαν και αυτή μας γυρνάνε ευχάριστα 40 και πλέον χρόνια πίσω. Τότε που το δειλινό το περιμέναμε στην είσοδο του χωριού από τα Κολλιέϊκα και μαζί με την δύση του ηλίου περιμέναμε -αποκαμωμένοι από το παιχνίδι στα νταμάρια- το κοπάδι με τις κατσίκες. «Πήρε;» ρώταγαν οι περισσότεροι μια ερώτηση που για μας ήταν ακαταλαβίστικη, μα το «ναι» του τσοπάνι έδινα χαρά και ικανοποίηση σε κάθε σπιτικό. Ο γυρισμός στο σπίτι παρέα με την κατσίκα σήμαινε και το τέλος της ημέρας. Συνήθως σε λίγο έφτανε και ο πατέρας από το χωράφι και ΄μεις τρέχαμε στο ταγάρι που είχε κρεμασμένο στο ζώο, αν φούσκωνε, όλο και κάποια καλούδια θα είχε μέσα, σύκα, σταφύλια, αλλά και καλα-γκ-τσια, που η γεύση τους μας συνόδευε, λίγο πριν αφεθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα. Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τ 7, 29-2-2008

……αφιερώνεται στην μνήμη όσων χάθηκαν νέοι τα τελευταία χρόνια μετά τον Λιάμη, δηλαδή στον Γιάννη Γ. Κόλλια , τον Βασίλη Γ. Γρίλλια, τον Λάμπρο Δ. Νικολάου, τον Σεραφείμ Δ. Σπανό, τον Γιάννη Σ. Σπύρου, τον Τάκη Σ. Κόλλια, τον Κώστα Κ. Νικολάου, τον Κωστάκη Α. Γρίλλια, τον Γιώργο Α. Παύλου, τον Γεώργιο και Μιχάλη Κ. Ζωγράφου, και τις αδελφές Ντίνα και Ελένη Χ. Κόλλια. Δεκατρείς του Μάη ήτανε, έπιανε Καλοκαίρι, την ώρα που ο ήλιος εβασίλευε, μας ήρθε ένα χαμπέρι. Της κυρά-Γιαννούλας ο παιδί, του Αντώνη το καμάρι, ένα ταξί το κτύπησε , το έστειλε στον Άδη. Η είδηση του χαμού σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα του Χαράλαμπου Α. Μακρή, έσκασε σαν βόμβα στο χωριό μας εκείνο το πρωινό του 1970. Αμέσως σταμάτησε ο χρόνος, οι συζητήσεις ήταν μια συνεχής λεπτομερής επανάληψη του πως συνέβη το γεγονός, φράσεις σαν αυτές επαναλαμβάνονται διαρκώς , «αν δεν έσκυβε όταν βγήκε από το αστικό, δεν θα συνέβαινε το μοιραίο», «αν δεν πήγαινε στην Αθήνα..», λες και έτσι θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Ερχόταν ο πένθιμος ήχος της καμπάνας να μας θυμίσει ότι ο χρόνος κυλάει ασταμάτητα και ότι και όσο και αν προσπαθούμε δεν γυρίζει πίσω, διότι ο χρόνος είναι και αδυσώπητος αλλά και πανδαμάτορας. Κλαυθμοί, οδυρμοί, στεναγμοί… από όλους. ……… και ύστερα έρχεται η ώρα του αποχωρισμού… Μπρος πάει άσπρο άλογο, με σέλα ξασπρισμένη, γιατί έτσι φεύγουν πάντοτε, οι νέοι πεθαμένοι. Όμως ούτε το άλογα καμιά φορά, δεν θέλουν να συνοδεύσουν στο χώμα ένα νέο παλικάρι σαν τον Λιάμη. Ο νεκρός ντύνεται γαμπρός, ο νονός του φέρνει τα απαραίτητα, αντί κουλούρια έχουμε μπουμπουνιέρες, έχουμε πέτες και φλασκιά με κρασί, οι φίλοι του και τα ξαδέλφια του είναι γύρω του, ….. μα οι πιο τραγικές φιγούρες είναι οι γονείς του, η αδελφή του που είναι εδώ, γιατί βλέπεις οι άλλες δυο λείπουν στα ξένα… Κι ύστερα τα χάνει και ο χρόνος, σταματά και αυτός καμιά φορά να είναι πανδαμάτορας……………. Ο Μπαρμπά-Αντώνης με την γενειάδα του, εξιστορεί σε κάθε περαστικό που περνά από το περιβόλι του, καθισμένος πάνω σε μια πέτρα πως κάποτε « είχε και αυτός ένα παιδί, λεβέντη, παλικάρι,…». Η κυρά-Γιαννούλα με το μοιρολόι της, που ακούγεται κάθε φορά που ανεβαίνοντας στην αγορά περνάμε έξω από την πόρτα της, την πόρτα της με το μεγάλο πένθιμο μαύρο σήμα πλέον, μας θυμίζει τι έχασε. Κι αυτό γίνεται για χρόνια πολλά, μέχρι που στερεύουν τα δάκρυα και οι λέξεις, ώστε να μην μπορεί άλλο μια μάνα, να κλάψει αλλά και να πλάσει στιχάκια για το παιδί της. Αυτά στερεύουν, τα δάκρυα και οι λέξεις, γιατί η αγάπη της μάνας είναι αστείρευτη. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ Εφ. ΤΟ ΠΟΛΥΑΝΔΡΙΟΝ, Τ 8, 16-6-2008